ΠΙΣΩ

Η απαλλαγή αυτή αποσκοπεί στην ενθάρρυνση της χρηματοδότησης των επιχειρήσεων μέσω μετοχικού κεφαλαίου (ίδιων κεφαλαίων), αντί μέσω εξωτερικού χρέους. Με ορθή εφαρμογή, η φορολογική έκπτωση λογιζόμενου τόκου μπορεί να μειώσει σημαντικά τη φορολογητέα βάση μιας Κυπριακής εταιρείας και έτσι να προσφέρει σημαντική φορολογική εξοικονόμηση. Σε ορισμένες ιδανικές περιπτώσεις, από αυτή και μόνο την έκπτωση μπορεί να μειωθεί ο πραγματικός φορολογικός συντελεστής μιας Κυπριακής εταιρείας στο 2,5%.

Η λογιζόμενη έκπτωση τόκου είναι μια έκπτωση επί του φορολογητέου εισοδήματος, η οποία βασίζεται σε ένα επιτόκιο αναφοράς που εφαρμόζεται στο νέο μετοχικό κεφάλαιο. Μπορεί να εφαρμοστεί εξίσου καλά στις Κυπριακές εταιρείες που επενδύουν στο εξωτερικό, όπως και σε εκείνες που δραστηριοποιούνται τοπικά στην Κύπρο.

Ως «νέο κεφάλαιο» νοείται το εκδοθέν και πλήρως πληρωμένο μετοχικό κεφάλαιο και το κεφάλαιο από υπεραξία μετοχών, όπως εφαρμόζεται στις επιχειρηματικές δραστηριότητες μιας Κυπριακής εταιρείας μετά την 1η Ιανουαρίου 2015. Υπό ορισμένους όρους, νέα κεφάλαια μπορούν επίσης να εισαχθούν σε είδος, στο ύψος της εύλογης αγοραίας αξία. Η κεφαλαιοποίηση των υφιστάμενων δανείων που δίδονται σε Κυπριακή εταιρεία από τους μετόχους της ή άλλους ενδιαφερόμενους μπορεί επίσης να χαρακτηριστεί ως ” νέο κεφάλαιο ” για τους σκοπούς της λογιζόμενης έκπτωσης τόκου. Αυτό σημαίνει, για παράδειγμα, ότι η εταιρεία δεν χρειάζεται να χρησιμοποιήσει τεχνικές όπως η διαδοχική χρηματοδότηση. Προκειμένου να εφαρμοστεί η λογιζόμενη έκπτωση τόκου, τα νέα κεφάλαια πρέπει να χρησιμοποιούνται άμεσα για σκοπούς παραγωγής εισοδήματών της Κυπριακής εταιρείας.

Το επιτόκιο αναφοράς είναι η συνολική αξία επιτοκίου που προκύπτει από το 3% πλέον το επιτόκιο απόδοσης του 10ετους κυβερνητικού ομολόγου της Κύπρου ή της χώρας στην οποία έχει επενδυθεί το νέο μετοχικό κεφάλαιο κατά το προηγούμενο έτος, όποιο είναι υψηλότερο. Ως εκ τούτου, το επιτόκιο αναφοράς θα κυμαίνεται από έτος σε έτος, ανάλογα με τις μεταβολές στα επιτόκια των δεκαετών κυβερνητικών ομολόγων των διαφόρων κρατών, συμπεριλαμβανομένης της Κύπρου.

Το ποσό λογιζόμενου τόκου περιορίζεται στο 80% του φορολογητέου εισοδήματος. Έτσι, με τη σωστή αναλογία νέου κεφαλαίου έναντι του ακαθάριστου εισοδήματος μιας Εταιρείας, αυτή η έκπτωση μπορεί να μειώσει τον πραγματικό φορολογικό συντελεστή μιας Κυπριακής εταιρείας σε μόλις 2,5%.

Η σχετική φορολογική έκπτωση θα εφαρμόζετε στο διηνεκές, για όλες τις επόμενες φορολογικές χρονιές – για όσο διάστημα το κεφάλαιο παραμένει επενδυμένο. Ωστόσο, αυτή η έκπτωση δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να εφαρμοστεί στις ζημίες και δεν μπορεί να δημιουργήσει ή να αυξήσει μια φορολογική ζημία. Εάν δεν χρησιμοποιούνται κατά τη διάρκεια οποιουδήποτε φορολογικού έτους, τα οφέλη της φορολογικής έκπτωσης δεν μπορούν να μεταφερθούν. Οι φορολογικοί νόμοι της Κύπρου περιέχουν συγκεκριμένες διατάξεις κατά της φόρο αποφυγής, σύμφωνα με τις οποίες η φορολογική αρχή μπορεί να αρνηθεί την έκπτωση λογιζόμενου τόκου όταν, κατά τη γνώμη τους, οι συναλλαγές της Εταιρείας έχουν πραγματοποιηθεί χωρίς έγκυρη οικονομική ή εμπορική αιτιολογία, με κύριο σκοπό την απαίτηση της σχετικής έκπτωσης. Η έκπτωση μπορεί επίσης να απορριφθεί όταν διαπιστωθεί πως έχουν γίνει μεταξύ συνδεδεμένων προσώπων τέτοιες ρυθμίσεις με τέτοιο τρόπο ώστε να παρουσιάζονται τα παλαιά ίδια κεφάλαια ως νέα ίδια κεφάλαια

Μια εταιρεία μπορεί, σε οποιοδήποτε φορολογικό έτος, να επιλέξει να διεκδικήσει το σύνολο ή μέρος του ποσού της διαθέσιμης έκπτωσης. Αυτό μπορεί να είναι χρήσιμο εάν η Κυπριακή εταιρεία πρέπει να αποδείξει ότι έχει καταβληθεί στην Κύπρο ένα ορισμένο (υψηλότερο) ποσό φόρου.

Η λογιζόμενη έκπτωση τόκου περιγράφεται καλύτερα με ένα παράδειγμα:

Τον Δεκέμβριο του 2017 ιδρύεται μια Κυπριακή εταιρεία. Οι μέτοχοί της συνεισφέρουν ένα εκατομμύριο Ευρώ στο καταβεβλημένο κεφάλαιο της. Η εταιρεία επενδύει αυτό το κεφάλαιο στην έναρξη μιας νέας επιχειρηματικής δραστηριότητας στην Κύπρο. Το 2018, η εταιρεία έχει 100.000 Ευρώ εισόδημα προ τις αποκοπής φόρων.

  • Το επιτόκιο απόδοσης του 10ετους κυβερνητικού ομολόγου το 2017 ήταν 3,489%.
  • Αυτό σημαίνει ότι το επιτόκιο αναφοράς είναι 6,489% (3,489% + 3%).
  • Με βάση το νέο κεφάλαιο της, η εταιρεία μπορεί να απαιτήσει μέγιστη έκπτωση 64.890 Ευρώ (1M x 6.489%).
  • Με βάση τα κέρδη της, η εταιρεία θα μπορούσε να απαιτήσει μέγιστη έκπτωση 80.000 ευρώ (100.000 x 80%).
  • Ισχύει ως έκπτωση το χαμηλότερο από τα δύο νούμερα.

Συνεπώς, το φορολογητέο εισόδημα των 100.000 Ευρώ μειώνεται από την λογιζόμενη έκπτωση τόκου ύψους 64.890 Ευρώ και το πραγματικό φορολογητέο εισόδημα είναι 35.110 Ευρώ. Αυτό το υπόλοιπο εισοδήματος θα υπόκειται στον κανονικό φορολογικό συντελεστή 12,5%. Έτσι, η πραγματική καταβολή φόρου θα είναι 4.388,75 Ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι ο πραγματικός φορολογικός συντελεστής στην περίπτωση αυτή είναι μικρότερος από 4,4%. Αριθμητικά, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, ο πραγματικός φορολογικός συντελεστής μπορεί να είναι ακόμη και 2,5%.

Ο υπολογισμός της λογιζόμενης έκπτωσης τόκου θα είναι διαφορετικός σε περίπτωση που τα Νέα Κεφάλαια της Κυπριακής εταιρείας έχουν επενδυθεί στο εξωτερικό – για παράδειγμα, έχουν δανειστεί σε θυγατρική εταιρεία σε άλλη χώρα. Σε αυτή την περίπτωση, το επιτόκιο του δεκαετούς κρατικού ομολόγου της ξένης χώρας θα ληφθεί ως βάση για το επιτόκιο αναφοράς. Σε περίπτωση που το (αλλοδαπό) επιτόκιο είναι χαμηλότερο από το επιτόκιο στην Κύπρο, θα ισχύει το Κυπριακό επιτόκιο. Σε περίπτωση που το αλλοδαπό επιτόκιο είναι υψηλότερο από ό, τι στην Κύπρο, τότε ισχύει το αλλοδαπό επιτόκιο.

Μπορεί να ειπωθεί ότι ο κανονισμός αυτός παρέχει συγκεκριμένο κίνητρο στις Κυπριακές εταιρείες να επενδύσουν σε αναδυόμενες αγορές ή σε πιο ασταθείς οικονομίες, όπου, κατά κανόνα, το επιτόκιο των δεκαετών κρατικών ομολόγων θα είναι επίσης υψηλότερο. Το αν η ενθάρρυνση ανάληψης ενός τέτοιου κινδύνου αποτελεί στην πραγματικότητα υγιή οικονομική πολιτική θα φανεί μελλοντικά.